συνομήλιξ

συνομήλιξ
(-ικος) ο , η см. συνομήλικος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "συνομήλιξ" в других словарях:

  • συνομήλικας — ο / συνομῆλιξ, ήλικος, ΝΜΑ, και λόγιος τ. συνομήλιξ, ικος, Ν, και δωρ. τ. συνομᾱλιξ, άλικος, ὁ, ἡ, Α συνομίληκος. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ὁμῆλιξ «συνομήλικος»] …   Dictionary of Greek

  • ήλιξ — ἧλιξ, δωρ. τ. ἇλιξ, και αιολ. τ. ἆλιξ. ό, ἡ (Α) 1. αυτός που έχει την ίδια ηλικία με κάποιον άλλο, ο συνομήλικος 2. ως ουσ. σύντροφος, εταίρος 3. ίσος, όμοιος («ἐν ἅλικι χρόνῳ» σε ίσο χρόνο, Βακχυλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < *σFālıξ. To F διατηρείται στον… …   Dictionary of Greek

  • συνομάλιξ — άλικος, ὁ, ἡ, Α (δωρ. τ.) βλ. συνομῆλιξ …   Dictionary of Greek

  • συνομήλικος — η, ο / συνομήλικος, ον, ΝΜ αυτός που έχει την ίδια ηλικία με κάποιον άλλον («καὶ πρώτην σὲ συνέκρινα στὲς συνομήλικές σου», Διγεν. Ακρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. συνομήλιξ, ήλικος] …   Dictionary of Greek

  • συνομάλικες — συνομά̱λικες , συνομῆλιξ fellow masc/fem nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνομήλικα — συνομή̱λικα , συνομῆλιξ fellow masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνομήλικας — συνομή̱λικας , συνομῆλιξ fellow masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνομήλικες — συνομή̱λικες , συνομῆλιξ fellow masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»